Βιογραφίες

Απόστολος Σουμελίδης (1907-1998)

 

Γεννήθηκε στην Τραπεζούντα το 1907. Ήταν γόνος αριστοκρατικής Βυζαντινής οικογένειας. Ο πατέρας του Αλκιβιάδης είχε στην Τραπεζούντα το Ακρίτειο Νοσοκομείο, που ήταν ανοιχτό για πλούσιους και φτωχούς από το 1912 ως το 1915 που πέθανε. Σε ηλικία μόλις 8 ετών ανέλαβε το βάρος και την ευθύνη της προστασίας της οικογένειάς του, της μητέρας του Θάλειας (το γένος Απόστολου Τζανιχίτου), και των τριών αδελφών του, Σοφίας, Παρύσατις και Κορίννας.

                                 

Με την Ανταλλαγή τα παιδιά μαζί με την μητέρα τους ήλθαν στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα. Ο Απόστολος είχε τελειώσει τη Γ’ Γυμνασίου στο Φροντιστήριο Τραπεζούντας κι εδώ συνέχισε τις σπουδές του. Αποφοίτησε από την Ανωτάτη Γεωπονική Σχολή και κατόπιν διορίστηκε ως γεωπόνος στο Υπουργείο Γεωργίας. Ο Απόστολος Σουμελίδης υπηρέτησε σε πολλά μέρη της Ελλάδος και όπου κι αν ήταν έβαλε στη σφραγίδα του με τη δουλειά του, είτε στη Χίο, είτε στην Κρήτη, είτε στην Πελοπόννησο, είτε στην Αθήνα. Το έργο του υπήρξε γονιμότατο και πολύ ωφέλιμο για τους αγρότες και για την Εθνική Οικονομία γενικότερα. Αποχώρησε από την Υπηρεσία το 1964 με το βαθμό του Γενικού Δ/ντού.

 

Κατά την εισβολή των Γερμανών στη Μεγαλόνησο το 1941, και συγκεκριμένα στην περιοχή Χανίων, όπου υπηρετούσε τότε ο Απόστολος Σουμελίδης, συνελήφθηκε και οδηγήθηκε στο εκτελεστικό απόσπασμα με την κατηγορία της αντίστασης κατά των γερμανικών στρατευμάτων. Γλίτωσε ως εκ θαύματος και αφού δραπέτευσε με άλλους συναδέλφους του κρυβόταν για αρκετό χρονικό διάστημα σε σπηλιές και αχυρώνες ζώντας μόνο με νερό. Μετά την αμνηστία που χορηγήθηκε από τις στρατιωτικές αρχές κατοχής, επέστρεψε στην Υπηρεσία του.

 

Ήταν αδαμάντινος χαρακτήρας, πέρα από την επιστημονική του κατάρτιση, ήταν ευσυνείδητος, μεθοδικός, ακούραστος συμπαραστάτης κοντά σε γεωργούς και κτηνοτρόφους. Ήταν όμως πολύ ταπεινόφρων, ποτέ δεν μιλούσε για τον εαυτό του, μιλούσε όμως το έργο του και οι φίλοι και συνεργάτες  που γνώριζαν το έργο του και την εθνική του προσφορά.

 

Στην επιστημονική προσφορά του Απόστολου Σουμελίδη συγκαταλέγεται και η αξιόλογη πραγματεία του «Συμβολή εις την αναγνώρισιν και βοτανικήν κατάταξιν φυτών τινών της ποντιακής χλωρίδος» («Αρχείον Πόντου» τόμ 36, 1978). Το επιστημονικό έργο του το αναγνώρισε και το Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών και τον τίμησε. Το ίδιο και η Ακαδημία Αθηνών που τον βράβευσε στις 28-10-1972.

 

Ο Απόστολος Σουμελίδης από το 1946 διακονεί το έργο της Επιτροπής μας, ως εκλεκτό μέλος και ως αντιπρόεδρος του Δ.Σ. της, θέση που τίμησε με τον πιο άξιο τρόπο και πρόσφερε πολλά σε όλους μας με το ήθος και την αξιοσύνη του. Ακούραστος εργάτης, αφανής ίσως, αλλά με αδάμαστη θέληση και γενναιοδωρία συντρέχει το έργο της Επιτροπής ηθικά, πνευματικά και υλικά.

 

Το 1983 προσέφερε το ποσό του 1.000.000 δρχ. στην Ε.Π.Μ., στη μνήμη της μητέρας του Θάλειας, για να χρησιμοποιηθεί ως βράβευση σε ένα ή δύο επιστήμονες που θα συνέγραφαν την ιστορία του Πόντου. Ανεκτίμητες είναι και οι δωρεές πατρογονικών κειμηλίων προς την Ε.Π.Μ., που ήδη εκτίθενται και κοσμούν το Μουσείο της.

 

Η προσφορά και γενναιοδωρία του Απόστολου Σουμελίδη δεν περιορίζεται μόνο προς την Ε.Π.Μ. Και άλλα ευαγή ιδρύματα και σωματεία της χώρας έχουν γευθεί τους ευεργετικούς καρπούς της φιλάνθρωπης γενναιοδωρίας του. Μια πτέρυγα του προτύπου οίκου ευγηρίας της Μέριμνας Ποντίων Κυριών Θεσσαλονίκης φέρει το όνομα της αδελφής του Απόστολου, Κορίννας Σουμελίδου.

 

Τέλος ο Απόστολος Σουμελίδης και η αδελφή του Κορίννα Σουμελίδου υπήρξαν μεγάλοι ευεργέτες της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών. Με σημαντική χρηματική δωρεά καλύπτεται ήδη μέρος των λειτουργικών εξόδων και τη μισθοδοσίας των υπαλλήλων της. Απεβίωσε τον Μάιο του 1998.

 

 

 

 

 

 

Αθηνά Καλλιγά (1901-1999)

 

Γεννήθηκε το 1901 στην Κρίμσκαγια του βορείου Καυκάσου. Οι γονείς της – ο Χριστόφορος Γεωργίου Μακρίδης και η Αρτεμισία Παναγιώτου Κακουλίδου – είχαν 7 παιδιά, το μικρότερο από τα οποία ήταν η ίδια. Τόσο ο παππούς της, Γεώργιος Χριστοφόρου Μακρίδης, όσο και ο πατέρας της, ήταν ιδιοκτήτες ιστιοφόρων και καραβοκύρηδες. Η οικογένεια του πατέρα της είχε εγκατασταθεί στο βόρειο Καύκασο μετά το τέλος του ρωσοτουρκικού πολέμου (1877-78). Ο Α’ παγκόσμιος πόλεμος και η Οκτωβριανή Επανάσταση έγιναν αιτία ν’ αρχίσει αργά τις σπουδές της. Έτσι, γράφτηκε στο Ζάππειο Παρθεναγωγείο της Κωνσταντινούπολης μόλις το 1921 και διδάχτηκε κοντά στα άλλα γαλλικά, αγγλικά και μουσική (πιάνο), ενώ ήδη γνώριζε πολύ καλά και τα ρωσικά. Το 1928, αμέσως μετά την άφιξή της στην Αθήνα, αρχίζει να εργάζεται σε ένα γραφείο αντιπροσωπειών. Στη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου και της κατοχής, παντρεύεται (1943) τον Διονύσιο Καλλιγά, γίνεται μητέρα (1946), και ταυτόχρονα δουλεύει στον Ερυθρό Σταυρό.

 

Η Αθηνά Μακρίδου-Καλλιγά, που δεν γνώρισε άμεσα τον Πόντο, εκτός από ένα διάστημα μικρής παραμονής της στην Τραπεζούντα, στην παιδική της ηλικία, τον είχε και τον διατηρούσε μέσα στην ψυχή της και τίμησε με το παραπάνω τον τίτλο της Πόντιας μάνας.

 

Η δράση της στο χώρο των  ποντιακών σωματείων αρχίζει το 1957. Αποτελεί ιδρυτικό μέλος της Παμποντιακής Ένωσης και μετά την έγκριση του Καταστατικού εκλέγεται γενική γραμματέας στο πρώτο 25μελές Δ.Σ. Εκεί προσφέρει τις υπηρεσίες της με ζήλο.

 

Το 1967, μαζί με τον Ηλία Τσιρκινίδη, πρωτοστατεί στη σύσταση του Καλλιτεχνικού Οργανισμού Ποντίων Αθηνών και εκλέγεται γενική γραμματέας στο πρώτο Δ.Σ., θέση που διατηρεί συνεχώς μέχρι το 1981, οπότε λόγω φόρτου εργασίας (καθήκοντα γενικής γραμματέα στην Επιτροπή Ποντιακών Μελετών) παραιτείται. Δεν παύει όμως να προσφέρει τις υπηρεσίες της είτε ως μέλος του Δ.Σ. είτε ως απλό μέλος του σωματείου.

 

Η ήρεμη φυσιογνωμία της Αθηνάς, η απλότητά της, η ευγένεια, η ταπεινοφροσύνη, το εξαίρετο ήθος της, σπάνια χαρίσματα που διέθετε, σε συνδυασμό με το υψηλό μορφωτικό της επίπεδο και τη γλωσσομάθειά της, συνέβαλαν στην ανάπτυξη τέτοιων δραστηριοτήτων που προώθησαν τον Κ.Ο.Π.Α. Όλες οι δραστηριότητές του : παραδοσιακό ποντιακό θέατρο, εκδόσεις, προκηρύξεις θεατρικών διαγωνισμών στην ποντιακή διάλεκτο, διαλέξεις, επαφές με το εξωτερικό και πολλές άλλες, φέρνουν την σφραγίδα της. Αναφέρουμε τη συμμετοχή της Ελλάδας στο 8ο ετήσιο λαογραφικό φεστιβάλ του Σμιθσωνείου Ινστιτούτου Ουάσιγκτων τον Απρίλιο του 1974, με 30μελή ομάδα (20 Πόντιοι και 10 Καρπάθιοι), της οποίας την όλη διεκπεραίωση οργανώσεως και καθοδηγήσεως το Υπουργείο Πολιτισμού εμπιστεύθηκε στον Κ.Ο.Π.Α., με υπεύθυνη συνοδό κα διερμηνέα την Αθηνά Καλλιγά.

 

Εκτιμώντας όλα τα παραπάνω προσόντα της ο τέως πρόεδρος της Επιτροπής μας, Οδυσσέας Λαμψίδης, της ανέθεσε το έργο της γενικής γρμματείας στην Επιτροπή Ποντιακών Μελετών, θέση που υπηρέτησε επάξια για  25  περίπου  χρόνια. Χαίρεται κανείς να διαβάζει τα κείμενα των πρακτικών και της αλληλογραφίας, θαυμάζοντας την άρτια στρωτή γλώσσα, την ορθή διατύπωση των ιδεών και την άψογη ορθογραφία της. Εκτός των υπηρεσιών της ως γεν. γραμματέας, προσέφερε στην Ε.Π.Μ. πολλά από τα οικογενειακά της κειμήλια, αρκετά από τα οποία σήμερα κοσμούν το Μουσείο της, καθώς και το προσωπικό φωτογραφικό της αρχείο.

 

Η Αθηνά Μακρίδου-Καλλιγά υπήρξε αρχόντισσα σε όλη της τη ζωή. Διακρίνονταν παντού για την πνευματική και ψυχική της καλλιέργεια. Ήταν σεμνή, ειλικρινής και υπομονετική. Γλυκιά και φιλική στη συμπεριφορά της με τους συνανθρώπους της. Απεβίωσε στην Αθήνα το Μάρτιο του 1999.

 

 

 

 

Ηλίας Τσιρκινίδης (1915-1999)

 

Γεννήθηκε στο Νοβοροσίσκ της Ρωσίας το 1915 από γονείς καταγόμενους από το χωριό Σταυρίν της Χαλδίας. Το 1925 ήρθε με την οικογένειά του στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στην Καλλιθέα Αττικής.

 

Σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Οικονομικών Επιστημών και το 1941 διορίστηκε στο Δημόσιο, αφού προηγουμένως είχε εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις και μετά τη συμμετοχή του στον ελληνοϊταλικό πόλεμο, ως έφεδρος ανθ/γός.

 

Διετέλεσε έπαρχος Σιντικής, Γρεβενών, Παιονίας, Διδυμοτείχου και Ορεστιάδας και νομάρχης Θεσπρωτίας, Λευκάδας και Καβάλας, από όπου και συνταξιοδοτήθηκε το 1965. Εξαιρετική κρίθηκε παντού η διοικητική του ικανότητα και γι’ αυτό τιμήθηκε με το Μετάλλιο εξαιρέτων πράξεων, με τον Χρυσούν Σταυρόν του Τάγματος των Ταξιαρχών του Γεωργίου Α’ και το παράσημο της Λεγεώνος της Τιμής της Ιταλικής Δημοκρατίας.

 

Στον ποντιακό λογοτεχνικό ορίζοντα πρωτοεμφανίστηκε ο Ηλίας Τσιρκινίδης το 1939, με το ποίημά του «Το Γήτεμαν», που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ποντιακά Φύλλα». Το πρώτο ποίημα ακολούθησαν κι άλλα : «Ο Τσοπάνον, Η Μάννα, Ο Τραβωδιάνον, Ο Δήμον ο Κεμεντζετσής» κι άλλα που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Χρονικά του Πόντου».

 

Το 1958 τυπώνει την πρώτη ποιητική του συλλογή με 15 ποιήματα και με τίτλο «Το Γήτεμαν και άλλα ποιήματα», και το 1983 τη δεύτερη με 29 ποιήματα και με τίτλο «Το Μένεμαν κι άλλα ποιήματα». Όλα τα ποιήματα του Ηλία μιλούν για τον Πόντο, για τη ζωή στον Πόντο. Αποτελούν αναδρομή νοσταλγική ανθρώπου που γεννήθηκε, έζησε και μεγάλωσε στον Πόντο, παρότι δεν γεννήθηκε εκεί.

 

Βαθύς γνώστης της ποντιακής διαλέκτου, ο Ηλίας Τσιρκινίδης άφησε τη σφραγίδα του και στο Ποντιακό Θέατρο. Ένα από τα έργα του «Δαβίδ ο Μέγας Κομνηνός», σε σκηνοθεσία του ιδίου, ανέβηκε από την Ποντιακή Σκηνή του Καλλιτεχνικού Οργανισμού Ποντίων Αθηνών, το 1983.

 

Όπως και τα ποιήματά του, έτσι και τα θεατρικά του έργα, «Τ’ όρωμαν και το κρίμαν» 1985, «Ο πόλεμον κατάρα έν», «Ιωάννης Καλογιάννης Μ. Κομνηνός» και με τον ίδιο τίτλο στη δημοτική, «Τη Τρίχας το γεφύριν», χαρακτηρίζονται για το πλούσιο λεξιλόγιο, την ομαλή και γνήσια ποντιακή διάλεκτο και τη λατρεία για καθετί ποντιακό.

 

Το 1990 σε μία έκδοση με τίτλο «Ο Τραβωδάνον», περιλαμβάνει τις δύο προηγούμενες συλλογές, «Το Γήτεμαν» και «Το Μένεμαν» και τα ποιήματα που μέχρι τότε έγραψε, εννέα στο σύνολο, με εισαγωγικό τίτλο «Στοχασία».

 

Ακούραστος εργάτης του ποντιακού πνεύματος τα τρία τελευταία χρόνια μας άφησε δύο πρωτότυπες εργασίες του :

α) Το 1996, την εργασία με τίτλο «Πόντιοι Ποιητές – Ανθολόγιο», έκδοση του Συλλόγου Ποντίων «Αργοναύται-Κομνηνοί» και

β) Το 1998, την εργασία με τίτλο «Ποντιακά Δημοτικά Τραγούδια», έκδοση του ιδίου.

 

Το 1967 ο Ηλίας Τσιρκινίδης πρωτοστατεί στην ίδρυση του Καλλιτεχνικού Οργανισμού Ποντίων Αθηνών, του οποίου αναλαμβάνει την Προεδρία. Με αξιόλογους Πόντιους σκηνοθέτες και θερμούς νέους Πόντιους καλλιτέχνες, δημιουργεί την Ποντιακή Σκηνή του Κ.Ο.Π.Α. και ανεβάζει μέχρι το 1991 έντεκα ποντιακά θεατρικά έργα. Προκηρύσσει και φέρνει σε πέρας πέντε θεατρικούς διαγωνισμούς συγγραφής έργων στην ποντιακή διάλεκτο και παίρνει μέρος σε διεθνή φεστιβάλ ερασιτεχνικού θεάτρου (Detroit, Los Angeles, Κύπρος). Επιβράβευση των προσπαθειών του ήταν το Ευρωπαϊκό βραβείο Λαϊκής Τέχνης, από το ίδρυμα F.V.S. του Αμβούργου, το 1980.

 

Για την προσφορά του στα Ποντιακά, τιμήθηκε με δίπλωμα τιμής από το σωματείο «Παναγία Σουμελά» Θες/νίκης, από την Ομοσπονδία Ποντιακών Σωματείων Γερμανίας, από τον Κ.Ο.Π.Α., την Ένωση Ποντίων Σουρμένων κ. ά.  Ο ίδιος με την μετριοφροσύνη που τον διέκρινε δεν αποζητούσε τιμές ούτε δικαιώματα για τον πλούσιο θησαυρό που μας άφησε. Στο «Τετράδιο», τελευταίο ποίημα της Συλλογής του «Ο Τραβωδάνον», γράφει :

 

            «Έναν εγκάλιαν μάραντα έγκα ασ’ σόν παρχάριν

            κ’ εντάμαν το τετράδιον όθεν τα τραβωδίας

            ντό έγραψα με την σειράν, ‘ς σα χρόνια ντό εδέβαν.

            Ευρετικά ‘κι ψαλαφώ, τάξιμον ‘κι αναμένω».

 

Οι Πόντιοι τον τίμησαν ιδιαίτερα, τον έβαλαν στην καρδιά τους, στην ψυχή τους. Τον αποκάλεσαν «ο Παλαμάς των Ποντίων».

 

Στην Επιτροπή Ποντιακών Μελετών υπήρξε ενεργό μέλος και μέλος του Δ.Σ. Στη Βιβλιοθήκη και στο αρχείο της ΕΠΜ έχει δωρίσει τις εργασίες του καθώς και ένα μέρος του προσωπικού του αρχείου. Απεβίωσε την 1η Μαρτίου 1999.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σίμος Λιανίδης (1915-2001)

 

Γεννήθηκε το 1915 στην ενορία Ισχανάντων της Σάντας. Μετά την οπισθοχώρηση του ρωσικού στρατού από τον Πόντο, η οικογένειά του κατέφυγε στην πόλη Κουταΐσι της Γεωργίας. Το 1921 με την ανταλλαγή, ήρθε στην Ελλάδα και αρχικά εγκαταστάθηκε στο χωριό Καταχάς Πιερίας. Στη συνέχεια η δικοί του πήγαν στην Καλαμαριά, όπου μέσα στη φτώχεια και τη δυστυχία της προσφυγιάς, τελείωσε το δημοτικό, το γυμνάσιο. Σπούδασε βυζαντινή και νεοελληνική φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και εργάστηκε ως καθηγητής στη μέση εκπαίδευση, απ’ όπου και συνταξιοδοτήθηκε το 1981.

 

Έλαβε μέρος στον ελληνοϊταλικό πόλεμο το 1940 ως έφεδρος ανθυπολοχαγός ιππικού και παρασημοφορήθηκε με «Πολεμικό Σταυρό». Στη διάρκεια της κατοχής, μαζί με άλλους συναδέλφους του, εργάστηκε στο Αγροτικό Φροντιστήριο της Νέας Σάντας Κιλκίς, στο οποίο μέχρι την απελευθέρωση φοίτησαν 60 περίπου αγροτόπαιδα, αγόρια και κορίτσια.

 

Η πνευματική του παρουσία και προσφορά είναι τεράστια. Τα έργα του είναι γραμμένα στη νεοελληνική γλώσσα και την ποντιακή διάλεκτο με απροσμέτρητη αγάπη και ευαισθησία.

 

Το 1962 εκλέχτηκε μέλος της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών και επί δέκα συναπτά έτη ήταν γενικός γραμματέας της (1962-1972). Το 1967, εφοδιασμένος με κατάλληλα όργανα περιόδευσε τη Β. Ελλάδα (από την Κατερίνη ως την Αλεξανδρούπολη) και συγκέντρωσε πολυτιμότατο λαογραφικό υλικό. Υπήρξε επίσης γενικός γραμματέας και στη συνέχεια πρόεδρος του «Ποντιακού Θεατρικού Ομίλου Αθηνών».

 

Ο Σίμος Λιανίδης ασχολήθηκε με επιτυχία με το θέατρο, γράφοντας διάφορα έργα, τα οποία παρουσιάστηκαν πολλές φορές από διάφορους ερασιτεχνικούς ποντιακούς θιάσους. Τα θεατρικά του έργα είναι οι τρίπρακτες ηθογραφίες στην ποντιακή διάλεκτο : «Η σεβντά νικά» (1947), «Σα κρύα τη λουτρού» (1955) και «Το αίμαν νερόν ‘κι ίνεται» (1952). Το 1979 τα τρία αυτά έργα εκδόθηκαν και με νεοελληνική απόδοση από το «Αρχείον Πόντου» παρ. 11 της ΕΠΜ. Επίσης δημοσίευσε στο παρ.5 του «Αρχείου Πόντου» «Τα παραμύθια του ποντιακού λαού». Και για τα δύο αυτά έργα  η Ακαδημία Αθηνών του απένειμε έπαινο στις 29 Δεκεμβρίου 1981 για τα «μετ’ επιμελείας κα επιστήμης εκδοθέντα έργα του».

 

Ακόμη έγραψε : «Πρίαμος και Αχιλλεύς», μονόπρακτο θεατρικό έργο, «Οδυσσεύς και Ναυσικά», μονόπρακτο θεατρικό έργο, τα κείμενα στο λεύκωμα της ΕΠΜ «Μνήμη Αυτοκρατορίας Μεγάλων Κομνηνών 1461-1961», «Οι τρεις μεγάλοι τραγικοί για τις γυναίκες», «Τα παραμύθια του ποντιακού λαού» δημοσιευμένα στο παρ. 5 του «Αρχείου Πόντου», «Ξομολογήματα» (ποιήματα), «Στις φλόγες της λευτεριάς» δίπρακτο ιστορικό δράμα, «Ελευθερία ή θάνατος» μονόπρακτη κωμωδία, «Ψυχοκεντίδια» ποιητική συλλογή, «Ματωμένα χιόνια» που αναφέρεται στον πόλεμο του 1940-41, καθώς και πλήθος άλλων δημοσιευμένα σε διάφορα περιοδικά. Απεβίωσε την 25η Απριλίου 2001.

 

 

Οδυσσέας Λαμψίδης (1917-2006)

 

Γεννήθηκε στην Τραπεζούντα του Πόντου στις 8 Μαΐου 1917.

Παιδί του Αχιλλέα Λαμψίδη, προέδρου της ενορίας Υπαπαντής Τραπεζούντας, που με τον ξεριζωμό του ποντιακού ελληνισμού και ακολουθώντας τους γονείς του στο δρόμο της προσφυγιάς εγκαταστάθηκε στην Καλλιθέα Αττικής.

 

«Μένει στο νου μου βαθειά χαραγμένη μια εικόνα από τα πρώτα χρόνια, χρόνια της προσφυγιάς στο συνοικισμό της Καλλιθέας. Οι γονείς μας, πρόσφυγες και φτωχοί τόσο πολύ που πιο πολύ δεν παίρνει, κάθε Κυριακή, ξεχνώντας το μόχθο και τα δάκρυα της εβδομάδας, έβαζαν τις φορεσιές της πατρίδας και πιάνονταν στο χορό. Η λύρα άναβε φωτιές και τα τραγούδια έδιναν και έπαιρναν. Τραγούδια για τον ξεριζωμό, για την αγάπη, το θάνατο, τη ζωή. Και χόρευαν ώσπου τ’ αχνάρια τους γινόταν αυλάκια βαθειά μέσα στη λάσπη. Κι’ εγώ μικρό παιδί φοβόμουν πως θα βουλιάξουν και θα χαθούν. Μα εκείνοι χόρευαν και χόρευαν βαθαίνοντας το αυλάκι.

Όσοι ξέρουν είπαν πως ήτανε φυγή.

Μα εγώ όσο περνούν τα χρόνια ξαναφέρνω στη μνήμη μου την εικόνα εκείνη και πιστεύω πως οι ξεριζωμένοι γονείς μας, πότιζαν με δάκρυα το χώμα και με το χορό τους άνοιγαν βαθύ για να ριζώσει, να ανθίσει και να καρπίσει το δέντρο της Ρωμανίας επαληθεύοντας τη ρήση την προγονική.

«Η Ρωμανία κι’ αν πέρασεν ανθεί και φέρει κι’ άλλο»

 

Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και συμπλήρωσε της σπουδές του στη Γερμανία, όπου ειδικεύθηκε στη Βυζαντινολογία. Ήδη το 1935, στο εγκυρότερο Βυζαντινολογικό Περιοδικό, την Byzantinische Zeitschrift, είχαν δημοσιευθεί οι πρώτες μελέτες του για το εγκώμιο της Τραπεζούντας του Βησσαρίωνα και για τα έγγραφα της μονής Βαζελών. Ήταν τότε νέος φοιτητής. Κατόπιν επιστροφή στην Ελλάδα, πόλεμος, κατοχή, τα μετά την κατοχή. Περίοδος δύσκολη για όλους κι ακόμη δυσκολότερη για τον μεγάλο αδερφό που κατοικούσε με την πολυμελή του οικογένεια. Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες γράφτηκε και η διδακτορική του διατριβή με τίτλο: «Η ποινή της τυφλώσεως παρά τοις Βυζαντινοίς (1949)». Δίδαξε επί σειράν ετών στο Λύκειο Μπερζάν και τη Γερμανική Σχολή, όπου μαθητές του διακρίθηκαν και έκαναν επιστημονική ή πολιτική καριέρα. Έλαβε μέρος σε όλα τα βυζαντινολογικά συνέδρια πλάι σε μεγάλους βυζαντινολόγους, όπου έκανε σημαντικές ανακοινώσεις.

 

Ο Πόντος, ο βυζαντινός αλλά και ο νεότερος, απέκτησε κεντρική θέση, όταν ο Οδ. Λαμψίδης έγινε γραμματέας και κατόπι πρόεδρος της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών και επιφορτίσθηκε με την επιμέλεια της έκδοσης του περιοδικού «Αρχείον Πόντου». Και το περιοδικό αναμορφώθηκε κι ανέβηκε σε πραγματικά διεθνές επίπεδο. Απόδειξη αυτής της ακτινοβολίας του είναι ο σημαντικός αριθμός μη Ελλήνων ειδικών που υποβάλλουν τις μελέτες τους για δημοσίευση στο «Αρχείον Πόντου». Απόδειξη είναι και το ότι τα πρακτικά ενός διεθνούς συμποσίου για τον Πόντο «Μαύρη Θάλασσα», που έγινε στο Birmingham της Αγγλίας, δημοσιεύθηκαν στον 35ο τόμο του «Αρχείου Πόντου», Αθήνα 1978.

 

Ο καθηγητής του Birmingham, Anthony Bryer, που έχτισε ολόκληρη την καριέρα του πάνω στον Βυζαντινό Πόντο, έλεγε πως όταν αυτός άρχισε να μελετά τον μεσαιωνικό Πόντο, οι πηγές της ιστορίας του κράτους των Μεγάλων Κομνηνών ήταν κακοδημοσιευμένες και δύσχρηστες. Και ότι χάρη στο Λαμψίδη, οι ιστορικοί της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας είναι προνομιούχοι, γιατί οι πηγές που θα χρησιμοποιήσουν έγιναν και προσιτές και είναι δημοσιευμένες σύμφωνα με όλες τις απαιτήσεις της σύγχρονης επιστήμης. Ο Bryer σκεφτόταν βέβαια πρώτα απ’ όλα τη νέα έκδοση του Χρονικού του Μιχαήλ Παναρέτου, που είναι πια κλασική και απαραίτητη για όποιον θελήσει να πλησιάσει τους Μεγάλους Κομνηνούς. Σκεφτόταν όμως κι ένα πλήθος άλλες πηγές που εκδόθηκαν ή επανεκδόθηκαν και που μελετήθηκαν πάνω σε νέες βάσεις, όπως τα έργα του Ανδρέα Λιβαδηνού, του Ιωάννη Ξιφιλίνου, του Ιωάννη Ευγενικού. Σκεφτόταν τους βίους και τα θαύματα αγίων, από τους οποίους ήταν Πόντιοι, όπως ο Άγιος Ευγένιος, ο προστάτης της Τραπεζούντας,  ο Νίκων ο Μετανοείτε που κατέληξε στη Σπάρτη κι άλλοι συνδέθηκαν με τον Πόντο χάρη στη δράση τους, όπως οι Αθηναίοι ιδρυτές της μονής Σουμελά, οι αδελφοί Διονύσιος και Θεοδόσιος από τα περίχωρα της Καστοριάς. Ο πρώτος ίδρυσε τη μονή Διονυσίου στο Άγιον Όρος με τη βοήθεια του Αλεξίου Γ’ του Μεγάλου Κομνηνού, ενώ ο δεύτερος ήταν την ίδια εποχή μητροπολίτης Τραπεζούντος.

 

Σχετικά με τις πηγές του μεσαιωνικού Ελληνισμού του Πόντου, ο Οδ. Λαμψίδης ασχολήθηκε και με συγγραφείς Βυζαντινούς που και εκτενείς είναι και σε πολλά χειρόγραφα σώζονται. Όπως το χρονικό του Εφραίμ, που γράφτηκε το 14ο αιώνα, για το οποίο μας έδωσε νέα κριτική έκδοση και λεπτομερή σχολιασμό. Για το έμμετρο χρονικό που ο Κωνσταντίνος Μανασσής έγραψε στα τέλη του 12ου αιώνα και το οποίο γνώρισε τόσο μεγάλη επιτυχία στην εποχή του και αργότερα, που σώζεται σε απειρία χειρογράφων. Ξεχωριστά αναφέρεται μια μελέτη με την οποία ο Οδ. Λαμψίδης απέδειξε για πρώτη φορά πέρα από κάθε αμφιβολία ότι ο χρονογράφος Ιωάννης Ζωναράς του 12ου αιώνα έχει αντλήσει πληροφορίες από τον Μιχαήλ Ψελλό του 11ου αι. Όσοι ασχολούνται με χρονικά του μεσαίωνα ξέρουν πόση διαίσθηση και πόση γνώση χρειάζονται για να αποδείξει κανείς κάτι τέτοιο.

 

Κι οι καθαρά ιστορικές εργασίες παρουσιάζουν την ίδια ευρύτητα. Η αναγραφή των δημοσιευμάτων του Οδ. Λαμψίδη μάς οδηγεί, από την ποινή της τυφλώσεως και την κυβομαντεία, θέματα σχετικά με τον ιδιωτικό βίο των Βυζαντινών, σε γενικότερα ζητήματα της ιστορίας του Ποντιακού Ελληνισμού, συνθετικές μελέτες για την Βυζαντινή Μαύρη Θάλασσα, για τα προβλήματα που θέτει η ιστορία του κράτους των Μεγάλων Κομνηνών, και για την εμπορική σημασία της Τραπεζούντας, τη σημασία του ονόματος Μέγας Κομνηνός, των συνθηκών με τις οποίες οι Τούρκοι κατέλαβαν την Τραπεζούντα το 1461 και πολλές άλλες μελέτες σχετικά με τον Ελληνισμό του Πόντου κατά την Τουρκοκρατία

 

Το επιστημονικό ενδιαφέρον του Οδ. Λαμψίδη για τη γλώσσα το μονοπωλεί σχεδόν η ποντιακή διάλεκτος. Βαθιά γνώστης της ελληνικής γλώσσας πραγματεύεται, με ιδιαίτερη ευστοχία, διάφορα θέματα, όπως ετυμολογικά, σημασιολογικά κ.ά. Επιπλέον αισθάνεται την ευθύνη να παρακινήσει νέους ανθρώπους να ασχοληθούν με τη μελέτη και έρευνα της ποντιακής διαλέκτου. Αυτό το κάνει με μια σειρά ενημερωτικών εργασιών που κατατοπίζουν σε θέματα προηγούμενης επιστημονικής έρευνας. Με την ευκαιρία κάποιας μελέτης του, παρέχει τη βασική διαλεκτολογική βιβλιογραφία της ποντιακής(π.χ. ΑΠ 17, 1952, 227-238), ή δίνει, συγκεντρωμένα, οδηγίες για την καταγραφή της ποντιακής, με τις οποίες καθοδηγείται κανείς για την ακριβή και με επιστημονικό τρόπο αποτύπωση της διαλέκτου (ΑΠ 24, 1961, 53-75), ή κάνει σύντομη και περιεκτική ιστόρηση της ποντιακής διαλέκτου (ΑΠ 23, 1959, 199-205, κ.ά.). Ποια ήταν τα αποτελέσματα αυτής της προσπάθειας για την παρώθηση των νέων επιστημόνων ; Ο ίδιος δήλωνε : «Πολλάκις παρώτρυνα νέους φιλόλογους Ποντίους όπως ασχοληθώσιν επιστημονικώς εις μίαν τοιαύτην έρευναν, πολλάκις επροθυμοποιήθην να παράσχω αυτοίς πάσαν δυνατήν βοήθειαν. Δυστυχώς όμως ολίγοι επείσθησαν να ακολουθήσωσι την ανάντη και δυσχερή οδόν της επιστημονικής ερεύνης.»

 

Αρκετές εργασίες του Οδ. Λαμψίδη πραγματεύονται καθαρώς φιλολογικά θέματα: Κριτική έκδοση, κριτική κειμένου, σχολιασμός κειμένου, μετρικά σχόλια. Οι φιλόλογοι καταλαβαίνουν τη σημασία και την αξία τέτοιων ασχολιών που ανάγονται στην πεμπτουσία της φιλολογικής έρευνας και ανήκουν στις «καλές ημέρες» της φιλολογικής επιστήμης.

 

Μερικοί βυζαντινοί συγγραφείς είναι τυχεροί, γιατί επέσυραν το επιστημονικό ενδιαφέρον του Οδ. Λαμψίδη για το έργο τους, όπως «Ο εις Τραπεζούντα λόγος του Βησσαρίωνος», «Μιχαήλ του Παναρέτου Περί των Μεγάλων Κομνηνών», «Ιστορία της κριτικής του κειμένου και των εκδόσεων της Χρονικής Συνόψεως του Κωνσταντίνου Μανασσή», «Βατικανοί κώδικες περιέχοντες τον βίον αγίου Ιωάννου του Καλυβίτου», «Εφραίμ του Αινίου Χρονογραφία. Κείμενο-μετάφραση-σχόλια», «Άγιος Ευγένιος ο Τραπεζούντος Α’ Το μαρτύριον του Αγίου Ευγενίου υπό Ιωάννου Ξιφιλίνου, Β’ Κανών εις Άγιον Ευγένιον υπό Ιωάννου του Ευγενικού, Γ’ Ανωνύμου κανών εις Άγιον Ευγένιον εξ αθηναϊκών κωδίκων». Ξεχασμένους όρους της φιλολογικής επιστήμης μάς θυμίζει ο Οδ. Λαμψίδης με το τεράστιο έργο του: εισαγωγή, έκδοση, διορθώσεις, σχόλια, σύμμεικτα, κώδικες, χειρόγραφα, ανάγνωσις κωδίκων, κ.ά. Μέσα σε όλα αυτά ο Οδ. Λαμψίδης κινείται με εκπληκτική άνεση, που προέρχεται βασικά όχι τόσο από τη γνώση της τεχνικής, της μεθοδολογίας, όσο της γλώσσας.

 

Πραγματικά, η στέρεη γλωσσική κατάρτιση, σε όλες τις περιόδους της ελληνικής, δίνει στον Οδ. Λαμψίδη τη σιγουριά να προτείνει μια διόρθωση, να υποστηρίξει τη διατήρηση μιας γραφής χειρογράφου ή να κάνει τη διασάφηση κάποιου στοιχείου. Όπως : Α’ η μελέτη του «Γλωσσικά σχόλια εις μεσαιωνικά κείμενα του Πόντου» (ΑΠ 17, 1952, 227-238), όπου η άρτια γνώση της ποντιακής οδηγεί τον Οδ. Λαμψίδη να διορθώσει ένα πλήθος σφαλμάτων και εσφαλμένων αναγνώσεων στα περίφημα πια έγγραφα της Μονής Βαζελών, που έχουν εκδοθεί στα 1927 στο Λένινγκραντ. Ο ίδιος παρατηρεί: «Πλείστα γλωσσικά φαινόμενα της νυν Ποντιακής διαλέκτου θα επεξηγούντο ευχερέστερον και καλύτερον, εάν ελαμβάνοντο κατά την έρευναν υπ’ όψιν τα εν λόγω κείμενα. Η  ύπαρξις των διαλεκτικών φαινομένων υπήρξεν ακριβώς ανυπέρβλητος δυσκολία δια την έκδοσιν ταύτην, της οποίας πολλά σφάλματα και παραναγνώσεις θα ηδύνατο να προλάβη η γνώσις του Ποντιακού ιδιώματος». Β’ η μελέτη του «Κροτώ – κρατώ – κρατίζω» εν τω Χρονικώ Μιχαήλ του Παναρέτου (ΑΠ 21, 1956, 226-230). Ανάμεσα στα άλλα, ασχολείται με την έκφραση «εκράτεισαν πόλεμον» του χειρογράφου του Χρονικού των Μεγάλων Κομνηνών του Μαρκιανού κώδικα. Την έκφραση αυτή ο εκδότης Σ. Λάμπρος και οι πριν απ’ αυτόν μελετητές τη διόρθωσαν σε «εκρότησαν πόλεμον». Τη γραφή του χειρογράφου αποκαθιστά ο Οδ. Λαμψίδης, πολύ σωστά: «Εν τη Ποντική διαλέκτω δεν ανευρίσκεται το ρήμα «κροτώ» ούτε και η έκρασις «κροτώ πόλεμον», η οποία ευκόλως ηδύνατο, ως προς την έννοιαν, να συμφυρθή και εν τέλει να ταυτισθή προς το «κρατώ πόλεμον». Δια τούτο είτε ο γνώστης της Ποντιακής διαλέκτου χρονικογράφος έγραψεν αυτός ούτος «εκράτησαν πόλεμον» είτε ο αντιγραφεύς του Μαρκιανού κώδικος μετέγραψε το «εκρότησαν πόλεμον» του συγγραφέως εις «εκράτεισαν πόλεμον», παρασυρθείς είτε εκ της τοπικής λαλιάς είτε εκ του πολλάκις εν τω Χρονικώ χρησιμοποιούμενου ρήματος «κρατώ».

 

Οι «μετρικές» εργασίες του Οδ. Λαμψίδη, που από τον ίδιο χαρακτηρίστηκαν με μετριοφροσύνη «σχόλια», αφορούν τους βυζαντινούς ιαμβογράφους Γεώργιο Πισίδη, Θεοδόσιο Διάκονο, Νικόλαο Μουζάλωνα, Κωνσταντίνο Μανασσή, χρονικογράφο Εφραίμ, Ανδρέα Λιβαδηνό και Ιωσήφ Βρυέννιο και πραγματεύονται ουσιώδη θέματα στη μετρική διαφοροποίηση της βυζαντινής από την αρχαία ποίηση. Πράγματι, διαβάζοντας τα «Σχόλια εις την ακουστικήν μετρικήν βυζαντινών στιχουργών ιαμβικού τριμέτρου» του Οδ. Λαμψίδη (ΑΠ 31, 1971, 235-340), «ο αναγνώστης δύναται να έχη προ οφθαλμών την εξέλιξιν του βυζαντινού ιαμβικού τριμέτρου από του 7ου μέχρι και του 15ου αιώνος»

 

Ένα άλλο χαρακτηριστικό του φιλολογικού και του γενικότερου επιστημονικού ενδιαφέροντος του Οδ. Λαμψίδη είναι η συστηματικότητα στην ολοκλήρωση της διαπραγμάτευσης των θεμάτων και η επιμονή του στη διεκπεραίωση της διαπραγμάτευσης αυτής. Παράδειγμα το λεξιλόγιο του Κωνσταντίνου Μανασσή στη Χρονική Σύνοψη. Ο Οδ. Λαμψίδης δίνει το 1971 στον Πλάτωνα (23, σ. 254-277) τις λέξεις της Χρονικής Σύνοψης που δεν αναγράφονται στο Λεξικό της αρχαίας ελληνικής των Liddell – Scott – Jones. Κατόπιν στα 1973, 1974 και 1975 δίνει, στον Πλάτωνα πάλι (τ. 25, σ. 19-70, τ. 26, σ. 209-222 και τ. 27, σ.51-89) τα ονόματα, ουσιαστικά και επίθετα, της Χρονικής Σύνοψης. Παράλληλα, δίνει στα Βυζαντινά το 1973 (5, σ. 186-268) τα ρήματα στο λεξιλόγιο της Χρονικής Σύνοψης. Τέλος, δίνει στην Επετηρίδα Εταιρείας Στερεοελλαδικών Μελετών το 1976-77 (6, σ. 90-98) και τα επιρρήματα. Πάνω από 200 σελίδες καθαρής φιλολογικής δουλειάς, παράδειγμα για κάθε φιλόλογο, μακροπρόθεσμου και μακρόθυμου επιστημονικού ενδιαφέροντος και συστηματικότητας.

 

Ο Οδ. Λαμψίδης συμμετέχει σε διάφορα συνέδρια, ελληνικά και διεθνή, κατά κανόνα με επιστημονικές ανακοινώσεις του, και προωθεί την έρευνα σε συλλογικό επίπεδο. Η γλωσσομάθειά του, άλλωστε, του επιτρέπει την άνετη συμμετοχή καθώς και τη δημοσίευση εργασιών του σε ξενόγλωσσα περιοδικά, από τα πιο έγκυρα στον τομέα αυτόν.

 

Πέρα από αυτά ο Οδ. Λαμψίδης τόλμησε να ξεφύγει από το αυστηρά επιστημονικό πλαίσιο εργασίας. Μπήκε στο χώρο της λογοτεχνίας και του θεάτρου, και σαν μελετητής τους. Και στους τομείς αυτούς το έργο του – δείγμα των ευρύτερων πνευματικών ανησυχιών του – υπήρξε αξιόλογο, και δεν περιορίστηκε φυσικά στο χώρο της ποντιακής. Αντίκρισε και το σημερινό άνθρωπο, με τα προβλήματα, τα ενδιαφέροντα και τις αγωνίες του.

 

Στην Επιτροπή Ποντιακών Μελετών ο Οδ. Λαμψίδης εργάστηκε από τη δεκαετία του 1950 μαζί με τον Αρχιμανδρίτη Άνθιμο Παπαδόπουλο, ως Γεν. Γραμματέας ο πρώτος και Πρόεδρός της ο δεύτερος, και ανύψωσαν το περιοδικό της «Αρχείον Πόντου» σε επιστημονικό περιοδικό διεθνούς κύρους. Από το 1962 υπήρξε για περισσότερο από 25 χρόνια Πρόεδρος της Ε.Π.Μ. και διευθυντής του «Αρχείου Πόντου». Κύριο μέλημά του ήταν η καταγραφή λαογραφικού και γλωσσικού υλικού καθώς και η έκδοση των πηγών για τη συγγραφή της ιστορίας του Πόντου. Έτσι στους τόμους του «Αρχείου Πόντου» καταγράφηκε πολύτιμο λαογραφικό και γλωσσικό υλικό από τους ξεριζωμένους Έλληνες Ποντίους της πρώτης γενιάς.

 

Το 1967 οργάνωσε επιστημονική αποστολή του τότε Γεν. Γραμματέα Σίμου Λιανίδη στη Μακεδονία και στη Θράκη για τη συλλογή λαογραφικού και γλωσσικού υλικού. Στις εκεί εγκαταστάσεις των Ποντίων καταγράφηκαν και μαγνητοφωνήθηκαν συζητήσεις και αφηγήσεις ιστορικών γεγονότων, διαλεκτικών κειμένων, εθίμων, δημοτικών τραγουδιών κ.ά.

 

Το 1981 οργάνωσε το Α’ Συμπόσιο Λαογραφίας, το οποίο σημείωσε απόλυτη επιτυχία. Οι ανακοινώσεις του συμποσίου περιλαμβάνονται στον 38ο τόμο του «Αρχείου Πόντου».

 

Ιδιαίτερη σημασία έδωσε ο Οδ. Λαμψίδης στην έκδοση ειδικών μονογραφιών περί θεμάτων του Πόντου. Για το σκοπό αυτό και παράλληλα με την έκδοση του περιοδικού «Αρχείον Πόντου» ξεκίνησε η έκδοση των Παραρτημάτων του. Σε αυτή τη σειρά ήδη είχε δημοσιευθεί «Η Ιστορική Γραμματική της Ποντικής Διαλέκτου, Αθήνα 1955» και «Το Ιστορικόν Λεξικόν της Ποντικής Διαλέκτου, Αθήνα 1958-1961», έργα και τα δύο του Άνθιμου Παπαδόπουλου. Εργασίες του Οδ. Λαμψίδη δημοσιευμένες στα Παραρτήματα του «Αρχείου Πόντου» είναι : α. Παρ/μα 7, «Ανδρέα Λιβαδηνού, Βίος και Έργα, Αθήνα 1975», β. Παρ/μα 8, «Ευρετήριον απεικονίσεων και φωτογραφιών του Πόντου και των Ελλήνων Ποντίων, Αθήνα 1977», γ. Παρ/μα 9, «Μελωδίαι δημωδών ασμάτων και χορών των Ελλήνων του Πόντου, Αθήνα 1977», δ. Παρ/μα 10, «Γύρω στο Ποντιακό Θέατρο, Υπόσταση και Ιστορία του (1922-1972), Αθήνα 1978», ε. Παρ/μα 13, «Ο εκ Πόντου Όσιος Νίκων ο Μετανοείτε, Αθήνα 1982», και στ. Παρ/μα 14, «Δημοσιεύματα περί τον Ελληνικόν Πόντον και τους Έλληνας Ποντίους, Τόμος Α’, Αθήνα 1982».

 

Μέγα επίτευγμα για την Επιτροπή Ποντιακών Μελετών υπήρξε και η απόκτηση ιδιόκτητου χώρου. Όραμα ετών και συνεχείς προσπάθειες του Οδ. Λαμψίδη και των συνεργατών στο Δ.Σ. Το 1989 έγιναν τα εγκαίνια του τριώροφου οικοδομήματος στη Νέα Σμύρνη (Αγνώστων Μαρτύρων 73) με την επωνυμία «Στέγη Κειμηλίων του Ελληνισμού του Πόντου». Σε αυτό το χώρο στεγάζονται ήδη εκτός των γραφείων, το Μουσείο Ποντιακού Ελληνισμού, η Βιβλιοθήκη και το Αναγνωστήριο, το Αρχείο της συλλογής κειμηλίων, αίθουσες διαλέξεων και σεμιναρίων, χώροι έκθεσης και αποθήκευσης του «Αρχείου Πόντου».

 

Ο Οδυσσέας Λαμψίδης είναι άξιος ευγνωμοσύνης όλων των Ποντίων διότι συντέλεσε όσο κανένας άλλος στην καταγραφή, διάσωση και ανάδειξη του Ποντιακού Ελληνισμού. Έφυγε από κοντά μας στις 12 Ιουλίου 2006.